Get Adobe Flash player

Αναζήτηση

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις

Ultraviolet radiation and effects on humans: the paradigm of maternal vitamin D production during pregnancy
Anastasiou A, Karras SN, Bais A, Grant WB, Kotsa K, Goulis DG. Eur J Clin Nutr. 2016 Sep 28. doi: 10.1038/ejcn.2016.188. [Epub ahead of print] PMID: 27677369 DOI: 10.1038/ejcn.2016.188 
Maternal vitamin D levels during pregnancy and neonatal health: evidence to date and clinical implications
Karras SN, Fakhoury H, Muscogiuri G, Grant WB, van den Ouweland JM, Colao AM, Kotsa K. Ther Adv Musculoskelet Dis. 2016 Aug;8(4):124-35. doi: 10.1177/1759720X16656810. Epub 2016 Jul 13. PMID: 27493691 PMCID: PMC4959630 DOI: 10.1177/1759720X16656810 
Do studies reporting 'U'-shaped serum 25-hydroxyvitamin D-health outcome relationships reflect adverse effects?
Grant WB, Karras SN, Bischoff-Ferrari HA, Annweiler C, Boucher BJ, Juzeniene A, Garland CF, Holick MF. Dermatoendocrinol. 2016 May 16;8(1):e1187349. doi: 10.1080/19381980.2016.1187349. PMID:27489574 PMCID:PMC4951179 DOI:10.1080/19381980.2016.1187349 
Βρίσκεστε εδώ: Ενδοκρινικές διαταραχές-παθήσεις > Υπογονιμότητα
Υπογονιμότητα

Τι είναι η υπογονιμότητα;

Η υπογονιμότητα είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας που επηρεάζει σχεδόν το 15% των ζευγαριών. Υπάρχουν πολλά αίτια για την υπογονιμότητα. Το πιο συνηθισμένο είναι τα προβλήματα με το ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα (35%) και οι ανατομικές ανωμαλίες ή βλάβες που αφορούν τα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα (35%). Η ενδομητρίωση είναι βασική αιτία βλάβης των γυναικείων πυελικών οργάνων, ιδιαίτερα των ωοθηκών και των σαλπίγγων. Αν δεν εφαρμοστεί θεραπεία, η ενδομητρίωση αυξάνει τον κίνδυνο της υπογονιμότητας και μπορεί να μειώσει την επιτυχία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Οι ανωμαλίες στην ωορρηξία αφορούν το 15% των περιπτώσεων και άλλο ένα 10 - 15% της υπογονιμότητας είναι ανεξήγητη. Έχουν επίσης κατηγορηθεί άλλοι παράγοντες όπως οι αυτοάνοσες διαταραχές, οι γενετικές ανωμαλίες και οι ασυμπτωματικές γενετικές λοιμώξεις.

Υπογόνιμο θεωρείται ένα ζευγάρι, το οποίο αν και έχει φυσιολογικές σεξουαλικές επαφές, χωρίς προφυλάξεις για ένα χρόνο, δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει παιδί. Η υπογονιμότητα διακρίνεται σε πρωτοπαθή (δεν έχει επιτευχθεί ποτέ εγκυμοσύνη) και σε δευτεροπαθή (έχει προηγηθεί εγκυμοσύνη, ανεξάρτητα με ποιο ήταν το αποτέλεσμά της) και πλήττει το 15% των σημερινών ζευγαριών. αναμφισβήτα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό συγκριτικά με παλαιότερα.

Η υπογονιμότητα είναι ένα πρόβλημα που αφορά και τους δύο συντρόφους, καθώς οι αιτίες της μπορεί να προέρχονται τόσο από τον άντρα όσο και από τη γυναίκα.

[Σύμπτυξη όλων]  [Ανάπτυξη όλων]

Πολλοί είναι οι λόγοι της ανησυχητικής αύξησης της υπογονιμότητας στις μέρες μας. Οι λόγοι για τους οποίους ευθύνονται οι γυναίκες είναι οι ακόλουθοι:

  • Ορμονικές διαταραχές (σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόωρη εμμηνόπαυση, ακατάστατη ωορηξία) που επηρεάζουν τόσο τη φυσιολογική ωορηξία όσο και την ποιότητα των παραγόμενων ωαρίων
  • Η απόφραξη των σαλπίγγων μετά συνήθως από φλεγμονές και λοιμώξεις
  • Η ενδομητρίωση
  • Παθήσεις της μήτρας (ινομυώματα, διθάλαμος μήτρα)
  • Το αφιλόξενο περιβάλλον του τραχήλου (μη φιλική - προς τα σπερματοζωάρια - τραχηλική βλέννη)
  • Καθυστέρηση απόκτησης παιδιού (αυξημένη ηλικία της γυναίκας)
  • Γενετικές-Χρωμοσωμικές ανωμαλίες
  • Ανοσολογικά αίτια (ύπαρξη διάφορων - ‘εχθρικών’ προς το έμβρυο - αντισωμάτων στον ορό της γυναίκας)
  • Αιτίες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής (άγχος, κάπνισμα, αλκοόλ)

Η πιο κοινή αιτία γυναικείας υπογονιμότητας είναι η διαταραχή της ωορρηξίας. Άλλα αίτια της γυναικείας υπογονιμότητας μπορεί να είναι οι φραγμένες σάλπιγγες, που προκύπτουν όταν μια γυναίκα έχει ή είχε κάποια φλεγμονώδη νόσο της πυέλου ή ενδομητρίωση (μία ενίοτε οδυνηρή κατάσταση που προκαλεί συμφύσεις και κύστεις) ή διακοπές κυήσεων. Επίσης κάποιες συγγενείς ανωμαλίες (εκ’ γενετής παθήσεις) που αφορούν τη δομή της μήτρας (Rokitanski - Kusterhauser) ή ινομυώματα στη μήτρα, συνδέονται με επανειλημμένες αποβολές.

Στις γυναίκες, παράγοντες που ενδεχομένως να εμπλέκονται στην υπογονιμότητα συμπεριλαμβάνουν, μια ενεργός σεξουαλική ζωή από πολύ μικρή ηλικία, αύξημένο αριθμό αμβλώσεων καθώς και πολλαπλούς σεξουαλικούς συντρόφους. Ιδιάζουσας σημασίας είναι η απόφαση αυξανόμενου αριθμού γυναικών να αναβάλουν τη μητρότητα μέχρι τα 40 τους, ίσως και λίγο παραπάνω, για λόγους όπως η εκπαίδευση, η επαγγελματική ανέλιξη και η αδυναμία εύρεσης του «σωστού» συντρόφου.

Διαταραχές ωορρηξίας

Οι διαταραχές ωορρηξίας, ενέχονται για το 25% της υπογονιμότητας στα ζευγάρια. Αυτές μπορεί να οφείλονται σε προβλήματα στη ρύθμιση των αναπαραγωγικών ορμονών από τον υποθάλαμο ή την υπόφυση, είτε από προβλήματα στην ίδια την ωοθήκη (σύνδρομο Turner).

Ανωμαλία στην έκκριση των ορμονών FSH και LH

Οι δύο αυτές ορμόνες είναι υπεύθυνες για την πρόκληση της ωορρηξίας κάθε μήνα. Οι δύο αυτές ορμόνες παράγονται από την υπόφυση με έναν συγκεκριμένο ρυθμό κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου. Υπερβολικό σωματικό ή συναισθηματικό στρες καθώς και η απότομη αύξηση ή μείωση βάρους, μπορεί να διαταράξει αυτό το ρυθμό παραγωγής των ορμονών και να επηρεάσει την ωορρηξία. Η κύρια ένδειξη για το πρόβλημα αυτό είναι ακανόνιστη ή απούσα περίοδος. Λιγότερο συχνά, συγκεκριμένες ασθένειες της υπόφυσης συνήθως συνδέονται με ελλείψεις άλλων ορμονών και μπορεί να είναι η αιτία διαταραχών της ωορρηξίας. Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS)

Στο PCOS, πολύπλοκες αλλαγές συνίστανται στον υποθάλαμο, την υπόφυση και τις ωοθήκες, με αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή αρσενικών ορμονών (ανδρογόνα), η οποία επηρεάζει την ωορρηξία. Το PCOS μπορεί επίσης να σχετίζεται με αντίσταση του οργανισμού στην ινσουλίνη αλλά και με την παχυσαρκία.

Προβλήματα της ωχρινικής φάσης του κύκλου

Αυτά συμβαίνουν όταν η ωοθήκη δεν παράγει αρκετή ορμόνη προγεστερόνη μετά την ωορρηξία. Η προγεστερόνη είναι ζωτικής σημασίας για την προετοιμασία του ενδομητρίου προκειμένου να διατηρήσει το γονιμοποιημένο ωάριο.

Η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια

Αυτή η διαταραχή προκαλείται συνήθως από αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, όπου το σώμα «κατά λάθος» πραγματοποιεί επίθεση στους ιστούς των ωοθηκών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια των ωαρίων στην ωοθήκη, καθώς και σε μειωμένη παραγωγή οιστρογόνων.

Βλάβες στις σάλπιγγες

Όταν οι σάλπιγγες υποστούν ζημιά, απόφραξη ή καταστραφούν, τότε το σπέρμα εμποδίζεται από το να φτάσει το ωάριο ή κλείνει το πέρασμα του γονιμοποιημένου ωαρίου προς τη μήτρα. Αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν στις σάλπιγγες ζημία ή απόφραξη μπορεί να είναι:

  • Φλεγμονή στις σάλπιγγες (σαλπιγγίτιδα) λόγω χλαμυδίων ή βλεννόρροιας
  • Προηγούμενη έκτοπη κύηση, στην οποία ένα γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται και αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη σάλπιγγα και όχι στη μήτρα
  • Προηγούμενη εγχείρηση στην κοιλιακή χώρα ή την πύελο

Ενδομητρίωση

Η ενδομητρίωση παρουσιάζεται όταν ιστός του ενδομητρίου εμφυτεύεται και αναπτύσσεται σε άλλα όργανα της πυέλου (ωοθήκες κ.λ.π.). Αυτή η ανάπτυξη του επιπλέον ιστού (και η χειρουργική αφαίρεση του) μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις, οι οποίες δυσχεραίνουν τη γονιμότητα. Οι ερευνητές πιστεύουν επίσης ότι η ύπαρξη αυτών των επιπλέον ενδομητριωσικών ιστών μπορεί να οδηγεί στην παραγωγή ουσιών που επηρεάζουν τη σύλληψη.

Στένωση ή απόφραξη του τραχήλου της μήτρας

Είναι δυνατόν να την προκαλέσει μια κληρονομική δυσπλασία ή βλάβη του τραχήλου. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο τράχηλος δεν μπορεί να παράξει το καλύτερο δυνατό είδος της βλέννας για την κινητικότητα του σπέρματος και τη γονιμοποίηση. Επιπλέον, η δίοδος του τραχήλου της μήτρας μπορεί να είναι σχεδόν κλειστή, καθιστώντας δύσκολο για το σπέρμα να φθάσει τα ωάρια και να τα γονιμοποιήσει.

Αιτίες που οφείλονται στη μήτρα

Καλοήθεις πολύποδες ή όγκοι (π.χ. ινομυώματα) στη μήτρα, είναι συνηθισμένοι σε γυναίκες από 30 ετών και άνω, όπου μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα, αποφράσσοντας τις σάλπιγγες ή διαταράσσοντας την εμφύτευση του εμβρύου. Ωστόσο, πολλές γυναίκες που έχουν ινομυώματα μπορεί να μείνουν έγκυοι. Ουλές στο εσωτερικό της μήτρας μπορεί επίσης να διαταράξουν την εμφύτευση, ενώ ορισμένες γυναίκες που γεννήθηκαν με ανωμαλίες μήτρας, όπως ένα ασυνήθιστο σχήμα της μήτρας, μπορεί να έχουν προβλήματα στο να συλλάβουν ή να διατηρήσουν την κύηση.

Παράγοντες συμπεριφοράς

Είναι γνωστό πως ορισμένες προσωπικές συνήθειες και ο γενικότερος τρόπος ζωής μας έχουν επιπτώσεις στην υγεία μας. Πολλές από αυτές τις συνήθειες, μπορούν να περιορίσουν την ικανότητά ενός ζευγαριού να συλλάβει. Ευτυχώς όμως, πολλές από αυτές τις «συμπεριφορές» μπορούν να ρυθμιστούν προκειμένου όχι μόνο να αυξήσουν τις πιθανότητες για τη σύλληψη ενός παιδιού, αλλά και για να βελτιώσουν τη συνολική κατάσταση της υγείας του ζευγαριού.

Δίαιτα και άσκηση

Η βέλτιστη λειτουργία της αναπαραγωγικής διαδικασίας απαιτεί την κατάλληλη δίαιτα – διατροφή και τα κατάλληλα επίπεδα σωματικής άσκησης. Οι γυναίκες που είναι σημαντικά υπέρβαρες ή λιπόβαρες μπορεί να έχουν δυσκολία στο να μείνουν έγκυες.

Το κάπνισμα

Το κάπνισμα έχει αποδειχθεί ότι χαμηλώνει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των ωαρίων. Επίσης αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού και γέννηση βρεφών χαμηλού βάρους. Το κάπνισμα από οποιονδήποτε σύντροφο μειώνει την πιθανότητα σύλληψης σε κάθε κύκλο, είτε φυσικά είτε με εξωσωματική γονιμοποίηση, στο ένα τρίτο.

Αλκοόλ

Η κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για συγγενείς ανωμαλίες στις γυναίκες και εάν βρίσκεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα στο αίμα της μητέρας, μπορεί να προκαλέσει εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο. Το αλκοόλ επίσης επηρεάζει τον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες.

Ναρκωτικά

Τα ναρκωτικά, όπως η μαριχουάνα και τα αναβολικά στεροειδή, μπορεί να έχουν αντίκτυπο στον αριθμό σπερματοζωαρίων στους άνδρες. Η χρήση κοκαΐνης σε έγκυες γυναίκες μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στα νεφρά καθώς και πνευματική καθυστέρηση στο μωρό και είναι ίσως το χειρότερη ναρκωτικό που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια γυναίκα ενώ είναι έγκυος. Η χρήση των «ψυχαγωγικών» ναρκωτικών θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται, τόσο κατά την προσπάθειά τους να συλλάβουν όσο και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Περιβαλλοντικές και επαγγελματικές συνθήκες

Η ικανότητα σύλληψης μπορεί να επηρεαστεί από την έκθεση σε διάφορες τοξίνες ή χημικές ουσίες στο χώρο εργασίας ή το περιβάλλον. Οι ουσίες αυτές που μπορεί να προκαλέσουν μεταλλάξεις, συγγενείς ανωμαλίες, αποβολές, υπογονιμότητα ή στειρότητα ονομάζονται αναπαραγωγικές τοξίνες. Διαταραχές όπως η υπογονιμότητα, η αυτόματη αποβολή και η τερατογένεσις βρίσκονται μεταξύ των σημαντικότερων δέκα που συνδέονται με ασθένειες και τραυματισμούς στην εργασία, στις ΗΠΑ σήμερα. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη αντιπαράθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των τοξινών στη γονιμότητα, είναι πλέον τέσσερις χημικές ουσίες που ρυθμίζονται και παρακολουθούνται από το κράτος με βάση τις τεκμηριωμένες επιπτώσεις που έχουν στη σύλληψη.

Μόλυβδος

Έχει αποδειχθεί ότι η έκθεση σε πηγές μολύβδου επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Ο μόλυβδος μπορεί να παράγει τερατοσπερμία (ανωμαλία του σπέρματος) και εκτιμάται ότι είναι ουσία που προκαλεί τεχνητή άμβλωση.

Ιατρικές θεραπείες και υλικά

Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε ακτινοβολία, από μια απλή ακτινογραφία έως τη χημειοθεραπεία, έχει αποδειχθεί ότι μεταβάλλει την παραγωγή σπέρματος, καθώς και ότι συμβάλει σε ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων των ωοθηκών.

Αιθυλενοξείδιο

Ένα χημικό που χρησιμοποιείται τόσο στην αποστείρωση των χειρουργικών εργαλείων και για την κατασκευή ορισμένων φυτοφαρμάκων, το οξείδιο του αιθυλενίου μπορεί να προκαλέσει γενετικές ανωμαλίες στις αρχές της εγκυμοσύνης και έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει πρόωρη αποβολή.

Dibromochloropropane (DBCP)

Οι χημικές ουσίες που υπάρχουν στα φυτοφάρμακα, όπως το DBCP, μπορούν να προκαλέσουν προβλήματα στις ωοθήκες, που οδηγούν σε μια σειρά προβλημάτων υγείας, όπως η πρόωρη εμμηνόπαυση, και έχουν άμεση επίπτωση στη γονιμότητα.

Μέσα από ένα συνολικό ιατρικό έλεγχο της γυναίκας και του ιστορικού της, όπως η σταθερότητα της περιοδικότητας της περιόδου, η διάρκεια της περιόδου, τυχόν προηγούμενες γυναικολογικές επεμβάσεις, και άλλων παραγόντων εξετάζεται η πιθανότητα και τα αίτια της υπογονιμότητας. Αναλόγως την περίπτωση ο γυναικολόγος σας μπορεί να ζητήσει ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:

  • αιματολογικό και βιοχημικό έλεγχο
  • τεστ Παπανικολάου
  • λήψη κολπικού και τραχηλικού υγρού
  • ορμονικό έλεγχο
  • υπερηχογραφικό έλεγχο
  • κυτταρογενετικό έλεγχο
  • σαλπιγγογραφία
  • υπερηχοϋστερογραφία
  • υστεροσαλπιγγογραφία
  • υστεροσκόπηση
  • λαπαροσκόπηση

Συνηθιζόταν να πιστεύουμε και όχι πολλά χρόνια πριν, όταν ένα ζευγάρι είχε πρόβλημα τεκνοποίησης υπεύθυνη ήταν η γυναίκα. Σήμερα όμως απο τις στατιστικές γνωρίζουμε ότι ο άνδρας είναι τουλάχιστον κατά το ήμισυ (50%) συνυπεύθυνος για την υπογονιμότητα του ζευγαριού. Αυτό το ποσοστό ακούγεται απίστευτο εάν σκεφτεί κανείς ότι ένας υγιής άνδρας ελευθερώνει με κάθε του εκσπερμάτιση 120 - 600 εκατομμύρια σπερματοζωάρια και παράγει κατά τη διάρκεια της ζωής του περίπου 400 δισ. σπερματοζωάρια. Φαινομενικά λοιπόν, ο άνδρας τα καταφέρνει πολύ καλά στο τομέα της αναπαραγωγής, αλλά δυστυχώς αυτό δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις αληθές. Η πιο κοινή αιτία ανδρικής υπογονιμότητας είναι ακριβώς η αδυναμία πολλών ανδρών να παράγουν ικανοποιητικό αριθμό υγιούς σπέρματος.

Πρώτα απο όλες είναι οι ορμονικές αιτίες απο διαταραχές στην υπόφυση και τον υποθάλαμο που μπορεί να είναι συγγενείς (εκ γενετής) ή επίκτητες όπως ορισμένες κακοήθειες ή ακτινοβολία κ.λ.π. Ορχικές αιτίες συγγενείς π.χ. κρυψορχία δηλ. ατελής κάθοδος του όρχη ή των όρχεων στο όσχεο και επίκτητες όπως είναι οι φλεγμονές (ορχίτις, επιδιδυμίτις κ.α.), τραυματικές κακώσεις, συστηματικές παθήσεις, ύπαρξη σπερματικών αντισωμάτων, διάφορα φάρμακα που επιδρούν στην σπερματογένεση και η κιρσοκήλη. Όσον αφορά την τελευταία, μία ιδιαίτερη μνεία αξίζει γιατί συναντάται στο 20% περίπου όλων των ανδρών και είναι αιτία για το 40% των υπογόνιμων ανδρών. Η κιρσοκήλη προκαλείται απο ανεπάρκεια των φλεβών των όρχεων, με αποτέλεσμα τη φλεβική στάση, με συνέπεια την αύξηση της θερμοκρασίας τοπικά, γεγονός που έχει θεωρηθεί ότι επηρεάζει την σπερματογένεση. Είναι σημαντικό να πούμε ότι η κιρσοκήλη είναι μία χειρουργικά αναστρέψιμη κατάσταση με σχετικά απλή χειρουργική επέμβαση. Άλλες αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν στειρότητα είναι οι λειτουργικές διαταραχές του ίδιου του σπερματοζωαρίου, π.χ. η μειωμένη κινητικότητα, η λήψη ορισμένων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του έλκους στομάχου, κορτιζόνη και αναβολικά που παίρνουν οι αθλητές για να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, ακόμα η χρήση και εθισμός σε ορισμένες ουσίες όπως η νικοτίνη και το κάπνισμα που επηρεάζει και τον αριθμό και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, η χρήση μαριχουάνας, κοκαΐνης και αλκοόλ. Ακόμα υπεύθυνα για υπογονιμότητα θεωρούνται ορισμένα αντιβιοτικά, η ανεπάρκεια βιταμίνης C, πολλά τοξικά φάρμακα και χημικά που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες αλλά και στις βιομηχανίες και ακόμα η υπέρμετρη σωματική δραστηριότητα και κυρίως άσκηση όπως επίσης και η κακή διατροφή. Τέλος, στις αιτίες υπογονιμότητας έχει θέση το υπερβολικό άγχος, τα ζεστά μπάνια στην περιοχή και ένδυση με πολύ στενά εσώρουχα που κρατούν το όσχεο και τους όρχεις σε αυξημένη θερμοκρασία αλλά και η πολυήμερη αποχή απο το σεξ, η στυτική δυσλειτουργία και οι διαταραχές στην εκσπερμάτιση (πρόωρη εκσπερμάτιση, καθυστερημένη η αδύνατη εκσπερμάτιση).

Η αύξηση της ανδρικής υπογονιμότητας, τα τελευταία χρόνια, έχει και κάποια κοινωνικά αίτια, όπως το άγχος, η υπερκόπωση που επιβάλλει ο σύγχρόνος τρόπος ζωής και η ψυχολογική πίεση του εργασιακού και οικογένειακού περιβάλλοντος. Σε αυτά προστίθενται και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που επιβαρύνουν το σύνολο της υγείας μας, όπως η μόλυνση, η κακή διατροφή, οι διάφορες ακτινοβολίες και η ακούσια ή εκούσια επίδραση τοξικών χημικών ουσιών, όπως γεωργικά φάρμακα, νικοτίνη κ.ά.

Η διάγνωση της ανδρικής υπογονιμότητας προκύπτει συνήθως με το πρώτο σπερμοδιάγραμμα, καθώς τα περισσότερα αίτια που προαναφέρθηκαν είναι ασυμπτωματικά. Η απλή λοιπόν εξέταση του σπέρματος, μετά από δύο - τρεις μέρες σεξουαλικής αποχής, μαζί με τη λήψη ιστορικού και τη φυσική εξέταση του άνδρα, αποτελούν την πρώτη πράξη της διαγνωστικής διαδικασίας, η οποία θα προχωρήσει σταδιακά, εφόσον χρειασθεί, σε ειδικότερες εξετάσεις όπως:

  • καλλιέργειες ούρων και σπέρματος, για κάθε είδους μικροοργανισμούς (αερόβιους, αναερόβιους, άτυπους, ιούς) που μπορεί να ενοχοποιούνται για πρόκληση υπογονιμότητας.
  • Ορμονικές, βιοχημικές και ανοσολογικές μετρήσεις στο σπέρμα και στο αίμα.
  • Γενετικό έλεγχο με καρυότυπο και χαρτογράφηση Y χρωμοσώματος, ανίχνευση γονιδίου κυστικής ίνωσης, θραύση του DNA των σπερματοζωαρίων και οτιδήποτε νέο προκύπτει στον εξελισσόμενο αυτό τομέα.
  • Απεικονιστικές εξετάσεις, όπως υπερηχογραφήματα του γεννητικού συστήματος, Doppler-Triplex των αγγείων της περιοχής και ενδεχομένως αξονικές ή μαγνητικές τομογραφίες.

Οι πληροφορίες που θα συλλεχθούν αξιολογούνται και ορίζουν την τελική διάγνωση της αιτίας της υπογονιμότητας.

Αυτή στη συνέχεια θα καθορίσει τη θεραπευτική στρατηγική που θα ακολουθηθεί, συνεκτιμώντας την κατάσταση της συντρόφου, αλλά και τις ιδιαίτερες επιθυμίες του ζευγαριού.

Πως αντιμετωπίζεται η ανδρική υπογονιμότητα Οι θεραπείες για τον ανδρικό παράγοντα υπογονιμότητας ποικίλλουν από φαρμακευτική θεραπεία έως χειρουργική επέμβαση ή ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI) έως εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF). Ανάλογα με την πηγή του προβλήματος, το σπέρμα μπορεί να ληφθεί μετά από εκσπερμάτιση, ώστε να χρησιμοποιηθεί σε διαδικασίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ευτυχώς, τα περισσότερα αίτια επιδέχονται θεραπείας με σημαντικά ποσοστά επιτυχίας. Η φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνει αντιβιοτικά, αντιφλεγμονώδη, ορμόνες, ένζυμα, βιταμίνες, καθώς και φάρμακα ειδικών γενικευμένων παθήσεων. Η χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται στην κιρσοκήλη, στην αζωοσπερμία, στην κρυψορχία και σε κάποιες ανωμαλίες των έξω γεννητικών οργάνων.